Ο Λεωνίδας Καλπακτσόγλου το 1975.

Ο Λεωνίδας Καλπακτσόγλου (1889-1989) καταγόταν απο την Πάφρα (ή Μπάφρα) στην περιοχή του Πόντου της Μικράς Ασίας. Την ακόλουθη μαρτυρία μας την έστειλε ο γιός του μέσα από το διαδικτυακό ερωτηματολόγιο μας.

1. Από ποια περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προέρχονται οι πρόγονοί σας;:
    Πάφρα ή Μπάφρα

2. Πώς άλλαξε η ζωή τους όταν ήρθαν στην εξουσία οι Νεότουρκοι και/ή οι Κεμαλίστες;:
    Ενώ είχαν κοινωνικές αλλά και φιλικές σχέσεις με τους Τούρκους, αυτοί ξαφνικά άρχισαν να τους αποφεύγουν.

3. Απελάθηκαν/Εκτοπίστηκαν κατά τη γενοκτονία; Αν ναι, πότε και, πού; Παρακαλείστε να περιγράψετε την εμπειρία τους.:
    Ο παππούς μου Παρασκευάς Καλπακτσόγλου (ή Κοτζαμπάσης) ασχολείτο με την καπνομεσιτεία και «αντιπροσώπευε» στην Πάφρα τις εταιρείες REEMTSMA (Γερμανική) και REGIE DES TABACS (Γαλλικό μονοπώλιο). Εξορίστηκε σε άγνωστο τόπο το 1920 και δεν ξαναγύρισε.

4. Είχαν κρατηθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ή στρατόπεδο εργασίας; Αν ναι, πού ήταν; Παρακαλείστε επίσης να περιγράψετε τις συνθήκες.:
    Ο πατέρας μου Λεωνίδας Καλπακτσόγλου υπηρέτησε στον Κεμαλικό στρατό σε τάγμα καταναγκαστικής εργασίας (amele taburlari) σε ανθρακωρυχείο αγνωστης περιοχής. Στον Κεμαλικό στρατό παρουσιάστηκε για κατάταξη το 1921 και απολύθηκε το 1924. Ήλθε στην Ελλάδα το 1924 όπου είχαν μεταβεί η μητέρα του Ευφημία με τα δύο του αδέλφια την Πολύμνια και τον Κωνσταντίνο.

5. Έχασαν οικογένεια και φίλους; Αν ναι, πώς κατάφεραν να ανταπεξέλθουν/αντιμετώπισαν τις συνθήκες;:
    Εκτός από τον παππού μου Παρασκευά Καλπακτσόγλου που εξαφανίστηκε εξόριστος, δολοφονήθηκαν οι δύο γιοί του Γεώργιος και Κυριάκος Καλπακτσόγλου. Παρακλήθηκαν στον τουρκικό στρατό. Αργότερα όμως, πλήρωσαν το bedel (αντισήκωμα) και απαλλάχτηκαν, αλλά στη συνέχεια εκτελέστηκαν από τους τούρκους. Το bedel πληρώθηκε από τη γιαγιά μου. Οι γιοί του δολοφονήθηκαν ενώ ο παππούς μου ήταν εξόριστος και προφανώς δεν το έμαθε ποτέ. Η δολοφονία τους θα πρέπει να έγινε το 1920 ή 1921. Επίσης η δεκαεξαετής τότε κόρη του Δέσποινα κρατήθηκε στην Τουρκία από έναν πλούσιο χήρο Τούρκο μεγάλης ηλικίας ο οποίος την παντρεύτηκε. Χήρεψε και ξαναπαντρεύτηκε με άλλον Τούρκο πολίτη με τον οποίο απέκτησε δύο γιούς με τα ονόματα Bulent και Fikret. Η Δέσποινα εξισλαμίστηκε και λόγω αυτού του γεγονότος απεκόπη κάθε επαφή μαζί της από το 1960.

Ο Λεωνίδας Καλπακτσόγλου στα Γιαννιτσά το 1925.

6. Γνωρίζετε αν κάποιος στην Τουρκία, συμπεριλαμβανομένων των Τούρκων, προσπαθησε να τους βοηθήσει κατά τη γενοκτονία;:
    Δεν γνωρίζω.

7. Τί επίπτωση είχε η εμπειρία της γενοκτονίας στη ψυχική τους υγεία και πώς κατάφεραν να ανταπεξέλθουν; Πώς επηρέασε το υπόλοιπο της ζωής τους;:
    Ο πατέρας μου απέφευγε να αναφερθεί σε οτιδήποτε είχε σχέση με τη ζωή του στην Τουρκία. Ακόμη και γιά ευχάριστα γεγονότα. Έδινε την εντύπωση ότι πέρασε και είδε πολλά και φρικτά πράγματα.

8. Επηρέασε η άρνηση της γενοκτονίας από τον δράστη την ικανότητά τους να μπορέσουν να συνεχίσουν; :
    Επαγγελματικά δεν νομίζω. Ψυχικά πολύ.

9. Πώς αισθάνθηκαν για την Τουρκία μετά την γενοκτονία;:
    Ο πατέρας μου ποτέ δεν μου μίλησε γιά Τούρκο. Αρνήθηκε πεισματικά σε κάθε προσπάθειά μου να το πείσω να επισκεφθούμε την Πατρίδα όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Διέκρινα κάποιο φόβο του γι αυτό.

Περισσότερες λεπτομέρειες.

Παραθέτω μία από τις ελάχιστες διηγήσεις του πατέρα μου: Μία μέρα στην Πάφρα, ένας Τούρκος μπέης, πολύ ευκατάστατος και γνώριμος του παππού μου Παρασκευά Καλπακτσόγλου (ο οποίος είχε και το προσωνύμιο «κοτσαμπάσης») τον κάλεσε και του ανακοίνωσε ότι την επομένη το βράδυ θα έχει στο σπίτι του ως φιλοξενούμενο έναν πολύ σημαντικό Τούρκο στρατιωτικό με ευρωπαϊκή νοοτροπία και θα του παρέθετε δείπνο. Ζήτησε λοιπόν από τον παππού μου να του στείλει κάποιον από τους γιούς του, για να αναλάβει το κουμάντο του σερβιρίσματος, εξηγώντας ότι τα μέλη της οικογένειάς του δεν επιτρεπόταν να σερβίρουν (δεν είχε γιούς αλλά κόρες) αλλά και το άρρεν υπηρετικό βοηθητικό προσωπικό δεν είχε την απαιτούμενη δυτική κουλτούρα στο σερβίρισμα. Έπρεπε όμως να εντυπωσιάσει τον φιλοξενούμενό του.

Ο παππούς μου δέχτηκε και του είπε πως θα στείλει τον γιό του Λεωνίδα (πατέρας μου). Ο πατέρας μου λοιπόν πήγε την επομένη το απόγευμα στο κονάκι του Τούρκου και επέβλεψε το στρώσιμο του τραπεζιού στον επάνω όροφο. Όταν σουρούπωσε έφτασαν στο κονάκι τέσσερα άτομα με πολιτικά ρούχα, πολύ σκονισμένα. Πολύ βιαστικά οι τρεις ανέβηκαν επάνω στην τραπεζαρία και ο τέταρτος επισκέφθηκε το μαγειρείο επιθεωρώντας και δοκιμάζοντας τα εδέσματα. Από αυτόν ο πατέρας μου έμαθε ότι είναι όλοι τους στρατιωτικοί και ο ίδιος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου τους, που έμεινε λίγο έξω από την Πάφρα, επειδή δεν μπορούσε να περάσει πάνω από μία ξύλινη γέφυρα ενός ποταμιού. Στο σπίτι έφτασαν με άλογα, που τα επιτάξανε στο δρόμο.

Ήρθε η ώρα του σερβιρίσματος και ο πατέρας μου, κρατώντας ένα μεγάλο δίσκο με πιάτα γεμάτα κοτόσουπα, ανέβηκε στον πάνω όροφο όπου γινόταν η παράθεση του δείπνου. Η πόρτα της τραπεζαρίας ήταν κλειστή και μέσα από την τραπεζαρία ακουγόταν κάποιος να μιλάει. Μη μπορώντας να χτυπήσει την πόρτα, αφού τα χέρια του κρατούσαν το δίσκο, μετακίνησε το πόμολό της με τον αγκώνα του και μπήκε μέσα. Ο μπέης που παρέθετε το δείπνο αμέσως διέκοψε τον ομιλούντα, λέγοντάς του χαμηλόφωνα κάτι που δεν μπόρεσε να ακούσει ο πατέρας μου αλλά περιείχε την λέξη «γκιαούρ». Στην τραπεζαρία υπήρχαν οκτώ άτομα (προφανώς και άλλοι καλεσμένοι) και ο πατέρας μου άρχισε το σερβίρισμα. Όταν έφτασε να σερβίρει τον ομιλητή, αυτός γύρισε και κοίταξε κατά πρόσωπο τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου διέκρινε δύο μάτια, ένα από τα οποία τον κοιτούσε με φοβερό μίσος και ένα άλλο που κοιτούσε σε μια άλλη κατεύθυνση. Το μάτι που κοιτούσε τον πατέρα μου τον έκανε να ανατριχιάσει. Το άλλο κατάλαβε πως ήταν γυάλινο. Κατέβηκε πολύ ταραγμένος γρήγορα κάτω στο μαγειρείο και ζήτησε να ειδοποιήσουν το μπέη οικοδεσπότη ότι δεν θα συνέχιζε το σερβίρισμα. Ήδη όμως αυτός είχε ακολουθήσει τον πατέρα μου κάτω και ευχαριστώντας τον ευγενικά του είπε ότι δεν τον χρειάζεται άλλο. Προφανώς ο φιλοξενούμενος ζήτησε να μη συνεχίσει να τους σερβίρει. Ο πατέρας μου έβγαλε την ποδιά του και αποχώρησε.

Δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχάσει το διαπεραστικό και γεμάτο μίσος βλέμμα που δέχτηκε από το μάτι του μονόφθαλμου καλεσμένου. Πολύ αργότερα, όταν υπηρέτησε στον τουρκικό στρατό και είδε κάποια φωτογραφία ανηρτημένη στο στρατώνα, κατάλαβε ότι εκείνο το βράδυ είχε σερβίρει τον πρόξενο της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, τον Κεμάλ. Ο Κεμάλ λοιπόν ήταν μονόφθαλμος, κάτι που με επιμέλεια κρύβουν οι τούρκοι, για να μη φανεί ότι ο εθνικός τους ηγέτης και αναμορφωτής είχε «κουσούρι». Πρέπει να ήταν κάποια ημέρα μετά τη 19 η Μαΐου 1919, ημέρα που ιστορικά ο Κεμάλ επισκέφτηκε την Σαμψούντα. 

 

Top